Διμήνι

Μια ώρα θύμησης,
μια ώρα μνήμης
κι είναι γιομάτη ζωή.
Θηρία κι άνθρωποι
στο τρέξιμο μετριούνται
κι είναι ζωή το πέρασμα,
το χάσιμο ξεγράφει.
Τρέμει ο Ήφαιστος, σκιρτά
απ’ τ’αργαστήρι μέσα,
όντας γροικάει πιο πολλές
φωτιές πως φωτοδίνουν.
Το άτι, που καρτέραγε
τη σπιρουνιά να πάρει,
καλπάζει γοργοπόδαρα
στη βρύση για να πάει.
Και μια στριγκλιά στη ρεματιά
στ’ ανέβασμα που κάνει
από το χείλος της πηγής
το άτι το προγκάει.
Και το στοιχειό με τη στριγκλιά
σκούζει, δρομάει, πάει.
Ορθοκοιτά ο Πήγασος
και κάτω ροβολάει.

Βόλος, Φλεβάρης 1982